εγχώριος


εγχώριος
-α, -ο (AM ἐγχώριος, -ον)
1. (για προϊόντα) αυτός που παράγεται στη χώρα, εντόπιος
2. ως ουσ. μόνιμος κάτοικος ενός τόπου
αρχ.
1. αυτός που ανήκει ή σχετίζεται με τη χώρα («ἐγχώριοι βασιλῆες αἰεί», Πίνδ.)
2. τοπικός
3. αγροτικός
4. (το ουδ. ως επίρρ.) τὸ ἐγχώριον
κατά τη συνήθεια τών ντόπιων
5. (κατά τον Ησύχ.) «τόκος, δάνειον».

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐγχώριος — in masc nom sg ἐγχώριος in masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εγχώριος — [энхориос] εκ. местный, туземный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εγχώριος — α, ο που ανήκει σε κάποια χώρα, που προέρχεται ή παράγεται από αυτή, ντόπιος: Εγχώρια προϊόντα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐγχωρίως — ἐγχώριος in adverbial ἐγχώριος in masc acc pl (doric) ἐγχώριος in adverbial ἐγχώριος in masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχώριον — ἐγχώριος in masc acc sg ἐγχώριος in neut nom/voc/acc sg ἐγχώριος in masc/fem acc sg ἐγχώριος in neut nom/voc/acc sg ἐγχωρέω give room imperf ind act 3rd pl (doric) ἐγχωρέω give room imperf ind act 1st sg (doric) ἐγχωρέω give room imperf ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχωρίων — ἐγχώριος in fem gen pl ἐγχώριος in masc/neut gen pl ἐγχώριος in masc/fem/neut gen pl ἐγχωρέω give room pres part act masc nom sg (doric) ἐγχωρέω give room pres part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχωρίοις — ἐγχώριος in masc/neut dat pl ἐγχώριος in masc/fem/neut dat pl ἐγχωρέω give room pres opt act 2nd sg (doric) ἐγχωρέω give room pres opt act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχωρίου — ἐγχώριος in masc/neut gen sg ἐγχώριος in masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχωρίους — ἐγχώριος in masc acc pl ἐγχώριος in masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχωρίῳ — ἐγχώριος in masc/neut dat sg ἐγχώριος in masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)